“Τα παιδιά κάτω στον κάμπο”. Μουσική-στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις, τραγούδι: Μαρία Κάτηρα.
Το τραγούδι γράφτηκε το 1945 για το έργο “Το καλοκαίρι θα θερίσουμε” του Αλέξη Δαμιανού που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Τριάντα χρόνια αργότερα (1974), για τις ανάγκες της ταινίας “Sweet Movie” του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, ο Χατζιδάκις το χρησιμοποιεί για να σχολιάσει μιαν απ’ τις ειρωνείες της ιστορίας: το 1943, οι Ναζί ξεθάβουν τα πτώματα Πολωνών αιχμαλώτων που είχαν σφαγιασθεί απ’ τους Σοβιετικούς το 1940 στο δάσος του Κατύν.

κι άλλες χαζομαρούλες

στην πορνογραφία του ο Μ.Χ. είχε και μια καυστική αφιέρωση σε μας τους κνίτες. Είχα πληγωθεί τότε που δε μας γούσταρε ο Μάνος…

Υ.Γ. για τον αλέξη δαμιανό κανα debate να χαζέψουμε δεν έχει ρε γαμώτο?

9_friday_orgasm

*** 8ενξ κώλε

pks

οι άνθρωποι στο κόμμα τελικά έχουν χιούμορ, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο τζιμάκος…
τέτοιος σκληρός αυτοσαρκασμός δεν ξανάγινε…
μια άλλη άποψη βέβαια λέει ότι κάποιο υψηλό στέλεχος το είπε για πλάκα και οι από τα κάτω το πέρασαν για γραμμή και το υλοποίησαν…

όπως και να χει το αφισάκι αυτό είναι πραγμάτικό (όχι φωτοσοπ, όχι προβοκάτσια) και κυκλοφόρησε από την ΠΚΣ στο πλτχν ΑΠΘ. Η αναδημοσίευση από τον συνιστολόγο τον Τζώνη το Τζάρμους

εμείς οι αριστεροί οπορτουνιστές από την άλλοι μόνο μουσική με εικόνες από την ένδοξη ιστορία του σοβιετικού λάου είμαστε άξιοι να ανεβάσουμε

let-us-prodice-8-million-tons-of-steel-for-developing-socialism

[εμπρός να παράξουμε 8 εκατομμύρια τόνους ατσάλι για να αναπτύξουμε τον σοσιαλισμό. σοβιετική αφίσα 1931. εγώ μιλάμε κουράστηκα και μόνο που την είδα! πόσο μάλλον στην προοπτική του να δουλέψω στο ατσάλι...]

…Ο εργάτης γίνεται ολοένα και φτωχότερος όσο αυξάνεται ο πλούτος που παράγει, όσο αυξάνεται η παραγωγή του σε ισχύ και μέγεθος. Ο εργάτης γίνεται ένα εμπόρευμα φθηνότερο από ποτέ όσο περισσότερα εμπορεύματα δημιουργεί ο ίδιος. Με την αυξανόμενη αξία του κόσμου των αντικειμένων προωθείται σε άμεση αναλογία η υποτίμηση του κόσμου των ανθρώπων. Η εργασία δεν παράγει μόνο εμπορεύματα: παράγει τον εαυτό της και τον εργάτη σαν εμπόρευμα  κι αυτό στην ίδια γενική αναλογία που παράγει εμπορεύματα. Το γεγονός αυτό εκφράζει απλώς ότι το αντικείμενο που παράγει η εργασία  το προϊόν της εργασίας  την αντιμετωπίζει σαν κάτι αλλότριο, σαν δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό. Το προϊόν της εργασίας είναι εργασία που έχει ενσωματωθεί σ’ ένα αντικείμενο, που έχει γίνει υλική: είναι η αντικειμενοποίηση (το προτσέσσο μετατροπής σε αντικείμενο) της εργασίας. Η πραγμάτωση της εργασίας είναι η αντικειμενοποίησή της. Στο χώρο της πολιτικής οικονομίας αυτή η πραγμάτωση της εργασίας εμφανίζεται σαν μη πραγμάτωση για τους εργάτες, η αντικειμενοποίηση σαν απώλεια του αντικειμένου και υποδούλωση σ’ αυτό, η ιδιοποίηση σαν αποξένωση, σαν αλλοτρίωση

Ό,τι ισχύει για την σχέση του ανθρώπου με την εργασία του, με το προϊόν της εργασίας του και με τον εαυτό του, ισχύει και για την σχέση του ανθρώπου με τον άλλο άνθρωπο, και με την εργασία και το αντικείμενο της εργασίας του άλλου ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, η πρόταση ότι η ειδοποιός φύση του ανθρώπου αποξενώνεται απ’ αυτόν σημαίνει ότι ο ένας άνθρωπος αποξενώνεται από τον άλλο, όπως ο καθένας τους από την ουσιαστική φύση του ανθρώπου.

[...] Ο Στάλιν πίστευε βαθύτατα σ’ αυτά. Πίστευε στο μαρξισμό – λενινισμό σαν είδος ιερού κειμηλίου που του έχουν εμπιστευτεί την αποκλειστική φύλαξη. Ηρθε όμως αντιμέτωπος με μια ατέλειωτη σειρά τεράστιων εμποδίων που ορθώθηκαν μπροστά στη σφαδάζουσα επανάσταση μετά τον εμφύλιο και την εξωτερική ιμπεριαλιστική επέμβαση: Την πείνα, τον οικονομικό αποκλεισμό, τα συνεχή σαμποτάζ και καταστροφή της αγροτικής παραγωγής από τους κουλάκους, την αδράνεια και την υπονομευτική δράση των αξιωματούχων και υπαλλήλων της τσαρικής κρατικής μηχανής, τις δολοφονίες στελεχών της επανάστασης (ε τον καημένο το Σ. του σκότωνε τα στελέχη η αντιπολίτευση, χο χο χο), την αφόρητη πτώση του βιοτικού επιπέδου, την απέραντη αγραμματοσύνη κι αθλιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας του ρωσικού λαού, τη διαρκή και οξεία εσωκομματική διαπάλη, την προκλητική, αδιάλειπτη και καταστρεπτική ξένη κατασκοπευτική δραστηριότητα, την ιμπεριαλιστική περικύκλωση, την παντελή έλλειψη ειδικών ή ικανών για τη μεγάλη στροφή της οικονομίας της χώρας από φεουδαρχοαστική προς μια θεαματική σοσιαλιστική κατεύθυνση, και, τελικά, με το πιο συντριπτικό, το πιο ολέθριο χτύπημα που είχε δεχτεί ποτέ η χώρα. Τη ναζιστική καταιγίδα. Παρ’ όλα αυτά υπήρξε νίκη, αλλά με τι δυσθεώρητο κόστος! Οι μπροστάρηδες των μαχών, τα εκατομμύρια μέλη και στελέχη του κόμματος θυσιάστηκαν για τη νίκη κι άφησαν ένα τεράστιο δυσαναπλήρωτο κενό. Η απουσία αυτού του ποιοτικού ανθρώπινου δυναμικού, στη μεταπολεμική ΕΣΣΔ, είχε βαρύτατες συνέπειες και αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα της ασύλληπτης ανατροπής – καταστροφής που επακολούθησε τρεις δεκαετίες μετά το θάνατό του. Γιατί έλειψαν οι συνειδητοί κομμουνιστές, οι πιστοί, οι ψημένοι στις μάχες της παραγωγής και του πολέμου, εκείνα τα πρότυπα που ξεσήκωναν, οι οδηγητές. Εκείνοι που ήταν κοντά κι αφουγκράζονταν τον εργαζόμενο. Εκείνοι που προωθούσαν την πλατύτερη και ουσιαστικότερη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, καθώς και στον έλεγχο εφαρμογής τους σε τοπικό και σε κεντρικό επίπεδο. Εκείνοι που κρατούσαν άσβεστο τον πυρσό της επανάστασης, έδιναν πνοή και τραβούσαν τα πλήθη στο ακατόρθωτο. Και τους λαούς τους κινητοποιούν περισσότερο τα πρότυπα και όχι οι απομιμήσεις, η πράξη κι όχι η θεωρία. [από εδώ, οι υπογραμμίσεις δικές μου, δεν είναι τυχαίο άλλωστε που δε διαβάζαμε μαρξ ως κνίτες...]

Όταν συνομιλείς με ένα κνίτη αναγκαστικά πρέπει να μιλήσεις με τους όρους του γιατί αλλιώς βραχυκυκλώνει. Κοινότοπη παρατήρηση θα μου πείτε και θα χετε δίκιο άλλωστε ποιος δεν έχει βρεθεί απέναντι σε κνίτη/ σσα που να βάζει μπρος την κασσέτα και να προχωράει σαν τρελός λές και βγάζει λόγο στο συνέδριο του κόμματος αδιαφορώντας αν ακούει κανείς ή αν τα λόγια του πάνε κατευθείαν στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας . Η τελευταία φορά και μία απ της λίγες -αυτά πάντως μη τα πολυπιστεύετε, όλοι εμείς οι δηλωσίες λέμε ότι δεν είμασταν κνίτες σαν τους άλλους και μπορεί και να λέμε μαλακίες- που σαν κνίτης έβαλα την κασέτα ήταν σε μια άμοιρη συμφοιτήτρια μου η οποία με αγελαδινό βλέμμα άκουσε τον 2-3λεπτο μονόλογο μου για να μου απαντήσει “εγώ αυτά δεν τα πολυκαταλαβαίνω” με μια πραγματική απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της…

Αυτή η κασέτα παράγεται στα γραφεία του κόμματος με φοβερή μεθοδικότητα [άλλωστε τόσα χρόνια εμπειρίας δεν μπορούν να μείνουν ανεκμετάλλευτα]. Την πρώτη φορά θυμάμαι που σαν νέος γραμματέας της οργάνωσης βάσης μου (κομματόσκυλο όχι αστεία) χρειάστηκε να γράψω ένα εισηγητικό κείμενο για τους συντρόφους μου, έβαλα όλα τα δυνατά μου και προσπάθησα να τα γράψω ωραία ωραία έτσι ώστε το συμπέρασμα να είναι ότι πρέπει να είμαστε κνίτες όλο το 24ωρο και όχι μόνο όταν κάνουμε πολιτική. Αυτό ήταν θα μπορούσα να πω μια πρωτόλεια προσέγγιση της υπέρβασης του διαχωρισμού πολιτικής και καθημερινής ζωής που προσπαθούσα να θέσω, κυρίως όμως ήθελα να κάνω κριτική σε μερικούς συντρόφους μου που ήταν τελείως βόδια και δεν είχαν το θάρρος να πουν ότι δε μας ενδιαφέρουν ρε φίλε αυτά που λέτε εσείς εδώ εμείς αγγαρεία κάνουμε επειδή μπλέξαμε τώρα και άντε να ξεμπλέξεις. Αλλά αυτό θα το πιάσω κάποια άλλη στιγμή…

Γράφω λοιπόν το κείμενο. Έρχεται η καθοδηγήτρια μου (μεγάλο βούρλο παρεμπιπτόντως, ονόματα δε λέμε) και μου λέει: χμμμ… ναι … ωραία τα έγραψες σύντροφε… αλλά δεν είναι έτσι οι εισηγήσεις. Πρέπει να έχουν δομή και να βάζουν  τα ζητήματα συγκεκριμένα και με σύστημα. ΝαΝα ας πούμε έχω εδώ ενα παλιό σχεδίασμα. Και μου βγάζει το μπούσουλα κάθεται μου γράφει τα ίδια με άλλα λόγια και όλα καλά. Και φυσικά σύντροφε δεν είναι έτσι ακριβώς όπως τα λες τα πράγματα δεν χρειάζεται να τρελαινόμαστε κιόλας, δεν είπαμε να κάνουμε αυτ΄ό το πράγμα όλη μέρα, θα χουμε και προσωπική ζωή, θα κάνουμε κι άλλα πράγματα…

Εμείς οι κνίτες πέρα από την κασέτα του κόμματος, μεγαλώσαμε με τις κασέτες της οικογένειας οι οποίες ως επί το πλείστον περιείχαν τη συναυλία για το μάνο λοϊζο στο ολυμπιακό στάδιο, τσιμινιέρες από νταλάρα, και νύχια γαμψά και άλλα δρακουλιάρικα άντε στην καλύτερη και μερικά μαλαματένια λόγια

Εγώ βέβαια ως εναλλακτικός κνίτης που είπαμε και παραπάνω άκουγα και εναλλακτική μουσική από κασσέτες. Και πως τα φέρνει ο καπιταλισμός ο άτιμος, όλες αυτές τις παιδικές μου κασσέτες τις έδωσα σε έναν φίλο-σύντροφο να μου τις μετατρέψει σε mp3 και δεν τις ξανάδα ποτέ, μιας και ανακαλύψαμε κάποια στιγμή ότι τελικά η σχέση μας ήταν πολύ διαμεσολαβημένη από το εμπόρευμα και δεν έπρεπε να έχουμε άλλα παρεδώσε… πικρές ιστορίες

προσπαθώ πάντως βα ανασυνθέσω τις τελευταίες μέρες στη μνήμη μου τα περιεχόμενα μιας από αυτές τις κασσέτες -γιατί την άλλη κασσέτα την έχω κάνει delete από το σκληρό του εγκεφαλου μου- και να τα πενιχρά μου αποτελέσματα

>ητανε μια μαύρη TDK με καφέ χαρτονάκι και οι τίτλοι των τραγουδιών ήταν γραμμένοι με μολύβι και μαύρα καλλιγραφικά αγγλικά γράμματα, τα οποία τα πάτησα από πάνω με στυλό για να φαίνονται μιας και ήταν τόσο όμορφα τα γράμματα που ήταν κρίμα να μη τα σεβαστώ, και το tracklist ήταν περίπου αυτό:

Side A’

1. “when i was young my mama told me i f your good you’ ll go to heaven, and heaven is as good as it could be … angels sing in perfect harmony… adn if i die and go to heaven it won t be nothing new,  and i wonder what my mama would say if she new, i saw heaven here on earth, while i was making love whith you…”  σκωροφαγωμένα αποσπάσματα από τους στίχους, τίτλος άγνωστος, τραγουδίστρια άγνωστη

2. “hey mister don’ speak bad about my music, and be careful what you say about my love, mister i m singing what we call country, and i love it i just want to let you know…” ομοίως

3. ένα απίστευτο ρεφρέν στο οποίο η φωνή της τραγουδίστριας έκανε απίστευτα πράγματα, σχεδόν όπως η φωνή του μικρού νάνου (με το παλλόμενο μήλο του αδάμ) στη χιονάτη του disney , στο yodel song

4. άτιμο αλτσχάιμερ

5.                ”

6. Why don’ we just sleep on it tonight

7. Sailing

Side B

1. Property of jesus- bob dylan

2. Dead man, dead man – bob dylan

3. Trouble -bob dylan

4. The hard way – johnny cash

5. A ceiling, 4 walls and a floor – johnny cash

6. Hey hey train – johnny cash

7. Thanks to you – johnny cash

Με το που τέλειωσα το σχολείο αποφάσισα να πολιτικοποιηθώ επιτέλους μιας και είχα ελεύθερο χρόνο πλέον, οπότε πήγα στο φεστιβάλ της ΚΝΕ για να γραφτώ.

Βέβαια ήμουν κι από πριν πολιτικοποιημένος είναι η αλήθεια. Στη Δευτέρα γυμνασίου σε μια ημερήσια εκδρομή είχα αγοράσει μπλούζα με τον τσεγκεβάρα και την φορούσα στο μπάσκετ. Από μαύρη είχε γίνει γκρι τελείως ξεπλυμένο. Αλλά εντάξει έτσι είναι οι πολιτικοποιημένοι, δε δίνουν σημασία στα ίδια τα ρούχα αλλά στην δημόσια πολιτική δήλωση που κάνουν φορώντας τα. Με αφορμή αυτή την μπλούζα αναγνώρισα και την πρώτη ρητή πολιτική εκδήλωση του ταξικού εχθρού απέναντι μου. Ένας φίλος στο μπάσκετ ήταν, ο οποίος μου λέει όλο χαρά «Τσε γκεβάρα ρε? Τι είσαι κομμούνι? Κομμούνια, κομμούνια θα γίνεται σαπούνια!!!». Δεν έδωσα σημασία βέβαια αφού αυτοεπιβεβαιώθηκα ως πολιτικοποιημένος πλέον, εφόσον ο αδαής φίλος εκφράστηκε με αυτό το περιπαιχτικό ύφος για ένα τόσο σοβαρό θέμα, την σοβαρότητα του οποίου δεν αντιλαμβανόταν όπως εγώ, και συνέχισα να σκοράρω ανελέητα πίσω από τη γραμμή των 6 κι 25 όπως κάθε φορά που παίζαμε μπάσκετ.

Τέλοσπάντων. Ήμουν πολιτικοποιημένος που λέτε και μάλιστα είχα προχωρήσει και την κριτική μου παραπέρα: στην ηρωοποίηση και την εμπορευματοποίηση των επαναστατών. Αυτό θυμάμαι το έκανα σε μια άλλη σχολική εκδρομή, όταν διαπίστωσα ότι ο κάθε πεταμένος συμμαθητής μου (μια ηλίθια συμμαθήτρια εν προκειμένω, απ’ αυτές τις λίγο τσιρλήντερ λίγο δεκαπενταμελές και το τσιγάρο μου στις τουαλέτες) είχε μπλούζα τσεγκεβάρα. Δεν μπορεί λέω, κάποιο πρόβλημα παίζει, δεν μπορεί ο κάθε τελειωμένος να φοράει μπλούζα επαναστάτη και να μας τη λέει έτσι. Έκανα λοιπόν αυτή τη ριζική κριτική διαπιστώνοντας πως δεν κάνουν τα γένια τον παπά και οι μπλούζες τον επαναστάτη και δεν ξαναφόρεσα τη μπλούζα. Αργότερα βέβαια αγόρασα μια αφίσα τσεγκεβάρα -μαζί με μία μπομπ μάρλευ (σ.σ. έτερος επαναστάτης, τζαμαϊκανός)-, αλλά την έβαλα σπίτι μου οπότε δεν εξέθετα το σύντροφο στα μάτια όσων βλέποντας τον έβλεπαν απλά ένα είδος ένδυσης που ήταν στη μόδα.

Πηγαίνω που λέτε στο φεστιβάλ τη μέρα που έπαιζε ο κόκκινος βασίλης (αυτός με τη μύτη), τη μέρα που πηγαίνουν οι περισσότεροι δηλαδή όπως έμαθα αργότερα και οι στρατολογητές είναι σε επαγρύπνηση, οπότε100 μέτρα μετά την είσοδο μου την πέφτει μια κνίτισσα. «Ξέρεις τι είναι η ΚΝΕ?» μου λέει

«Ξέρω της λέω»

Με αρχίζει λοιπόν στο μπλα μπλά δράττοντας και το ότι της είπα έχω αποφασίσει να μπω στην ΚΝΕ αλλά όχι ακόμα ή κάτι τέτοιο, με το πολλά μου παίρνει το βιογραφικό μου, το οποίο έγραφε κάτι πολύ πολιτικοποιημένο στο «Γιατί θέλω να γίνω μέλος την ΚΝΕ» που ούτε καν το θυμάμαι, μου δίνει και το καταστατικό και μου λέει «σιδεροκέφαλος σύντροφε, είναι μια έκφραση που χρησιμοποιούσε ο σύντροφος Στάλιν για τα νέα μέλη». Βέβαια σιδεροκέφαλος σε καμία περίπτωση δεν αποδείχτηκα γιατί αυτό το Στάλιν μου έσκασε σαν πετριά και έβλεπα αστεράκια. Ώστε ακόμα υπάρχουν στην ΚΝΕ άτομα που γουστάρουν Στάλιν λέω μέσα μου? Κοίτα να δεις…

Δεν ανησύχησα βέβαια είναι η αλήθεια, άλλωστε η βαθιά μου πολιτικοποίηση θα με βοηθούσε να ανταπεξέλθω στη σκληρή εσωκομματική πάλη που θα ξέσπαγε με τα σταλινικά στοιχεία. Είχα διαβάσει και βιβλία άλλωστε «Το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση», κάτι ψηλά απ’ το μανιφέστο και το ημερολόγιο του τσεγκεβάρα. Είχα όλα τα εφόδια…

first2

Όταν ήμουν κνίτης είχα κατάθλιψη.

Τώρα είμαι καλύτερα.

Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι το να είσαι στην ΚΝΕ σου προκαλεί απαραίτητα κατάθλιψη. Ίσα ίσα που μερικές φορές έχει δράσεις αντικαταθλιπτικές αυτή η ένταξη και αυτό το αίσθημα του ανήκειν και γι’ αυτό άλλωστε και την προτιμούν ακόμη τόσο πολλοί.

Σε αυτό εδώ το σημειωματάριο θα γράψω την απολογία μου.

Αυτή την απολογία οι παλιοί μου σύντροφοι θα σπεύσουν να την ονομάσουν δήλωση μετανοίας και αποκήρυξη του κομμουνισμού, γι’ αυτό κι εγώ τους πρόλαβα… χα!